Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Γλωσσοδέτες...


Γλωσσοδέτες



Στην ελληνική λαογραφία ο όρος γλωσσοδέτης ή γλωσσολύτης ή και "καθαρογλώσσημα" αποτελεί συνήθως μια πρόταση, την οποία πρέπει κανείς να επαναλάβει ή να επαναλαμβάνει συνεχώς ταχύτερα, με λέξεις που μοιάζουν μεταξύ τους, περισσότερο όμως πλαστές, και που καθίστανται έτσι δυσπρόφερτες προκαλώντας τα γέλια με τους αποτυχόντες την ορθή επανάληψη.




Ο παπάς ο παχύς έφαγε παχιά φακή.
Γιατί παπά παχύ έφαγες παχιά φακή;

Μια τίγρη με τρία τιγράκια.

Κουκιά βραστά, σκαστά, σπαστά,
με τη βραστή, σκαστή, σπαστή κουτάλα.

Μια πάπια, μα ποια πάπια; Μια πάπια με παπιά.

Ανέβηκα στη τζιτζιριά, στη μιτζιριά,
στη τζιτζιμιτζιχοτζιριά
να φάω τα τζίτζιρα, τα μίτζιρα 
τα τζιτζιμιτζιχότζιρα 
και με βρήκε ο τζίτζιρας 
ο τζιτζιμιτζιχότζιρας 
και μου φαγε τα τζίτζιρα, τα μίτζιρα, 
τα τζιτζιμιτζιχότζιρα.

Της καρέκλας το ποδάρι 
ξεκαρεκλοποδαρώθηκε.

Ανεβαίνω, κατεβαίνω,
μπαινοβγαίνω,
ανεβομπαινοβγαινοκατεβαίνω.

Πέμπτη, πέφτει ο πεύκος κάτω.

Βρίσκω τις πόρτες κλειδωτές, κλειδωμένες 
και κλειδαμπαρωμένες.

Άσπρο χαρτί και ξέξασπρο 
και ξέξασπρο μελάνι 
και ξέξασπρη γραμματική, 
έξασπρο γράμμα κάνει.




Δεν υπάρχουν σχόλια: