Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ.......ΣΆΓΑΠΩ ΣΑΝ ΤΟ ΑΛΑΤΙ


















Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Βασιλιάς, που είχε τρεις κόρες.
Κάποια μέρα ένας γειτονικός Βασιλιάς του κήρυξε τον πόλεμο. Αναγκάστηκε λοιπόν να φύγει με το στρατό του, για να πολεμήσει.
Πριν φύγει, κάλεσε τις κόρες του και τις ρώτησε:

-Αγαπημένες μου κόρες, θα φύγω για τον πόλεμο και θέλω να ξέρω πόσο με αγαπάτε.
-Πατέρα μου, εγώ σ’αγαπώ σαν τα μάτια μου, του αποκρίθηκε η πρώτη.
-Εγώ, πατέρα μου, σ’αγαπώ σαν τη ζωή μου, του απάντησε η δεύτερη.
Η τρίτη η μικρότερη στάθηκε μπροστά του και του φώναξε:
-Πατέρα μου, εγώ σ’αγαπώ σαν το αλάτι!
Ο Βασιλιάς, μόλις το άκουσε, θύμωσε τόσο πολύ, που την έδιωξε απ’το παλάτι.


Κλαμένη και πικραμένη η πριγκιποπούλα έφυγε απ’το παλάτι. Γύριζε από’δω και από’κει να βρει ένα μέρος, για να κοιμηθεί και να φάει.
Ύστερα από ένα μήνα έφτασε σε μια ξένη χώρα. Πήγε στο παλάτι και ζήτησε από τους αυλικούς να δει το Βασιλιά.
Πράγματι οι αυλικοί την οδήγησαν σ’εκείνον.
Η πριγκιποπούλα στάθηκε μπροστά του και του είπε ευγενικά:
-Πολυχρονεμενε μου Βασιλιά, θέλω να δουλέψω στο παλάτι σου σαν υπηρέτρια.
-Καλά, της είπε ο Βασιλιάς. Θα πας στην κουζίνα και θα βοηθάς το μάγειρα του παλατιού.


Από τότε η πριγκιποπούλα εργαζόταν στην κουζίνα.
Όλοι μέσα στο παλάτι άρχισαν να την θαυμάζουν για την ομορφιά και τη νοικοκυροσυνη της.
Μια μέρα ο γιος του Βασιλιά την πρόσεξε καλύτερα κι έπιασε την κουβέντα μαζί της. Εκτός από την ομορφιά της θαύμασε και το μυαλό της. Πραγματικά, όταν συζητούσε μαζί της, τα λόγια της ήταν έξυπνα και σοφά.
Η πριγκιποπούλα του διηγήθηκε την ιστορία της. Μίλησε για το θυμό του πατέρα της. Το βασιλόπουλο κατάλαβε πόσο τον αγαπούσε και πόσο νοσταλγούσε την οικογένεια της. Συγκινήθηκε τόσο πολύ απ’τα λεγόμενα της, αλλά κι απ’την ομορφιά, την εξυπνάδα και την καλοσύνη της, ώστε αποφάσισε να την παντρευτεί.


Στο γάμο κάλεσαν όλους τους γειτονικούς Βασιλιάδες. Κάλεσαν και τον πατέρα της πριγκιποπούλας. Δεν την αναγνώρισε την ώρα του γάμου, αφού είχε χρόνια να την δει.
Έγινε η στέψη κι η νύφη έλαμπε από ομορφιά. Ύστερα κάθησαν στο τραπέζι για δείπνο. Η νέα Βασίλισσα είχε πει από νωρίς στις υπηρέτριες του παλατιού να φέρουν στον πατέρα της ανάλατα φαγητά.
Του τα βάλανε μπροστά του.
Όλοι τρώγανε στο τραπέζι με γέλια και χαρές.
Επαινούσαν τους μαγείρους για τα ωραία και νόστιμα φαγητά τους.
Ο Βασιλιάς πατέρας της νύφης, μόλις δοκίμασε μια μπουκιά απ’το πρώτο φαγητό, το άφησε. Δοκίμασε μια μπουκιά κι απ’το δεύτερο και το άφησε. Προσπάθησε κι απ’το τρίτο, αλλά το άφησε κι εκείνο.
-Μεγαλειότατε, γιατί δεν τρώτε; τον ρώτησε η νύφη.
-Ωραία μου Βασίλισσα, κάτι λείπει απ’τα φαγητά σας.
-Τι λείπει, Μεγαλειότατε;
-Λείπει το αλάτι. Μα πώς μπορεί να φάει κανείς χωρίς αλάτι; Το φαγητό, αν δεν έχει αλάτι, είναι για πέταμα. Ποιος μπορεί να ζήσει χωρίς αλάτι;
Κι όλο αράδειαζε επαίνους για το αλάτι.
Τότε η νεαρή Βασίλισσα πάει κοντά του και του λέει:
-Πατέρα μου, κάποτε με ρώτησες πόσο σ’αγαπώ και σου είπα: σ’αγαπώ σαν το αλάτι. Σου απάντησα έτσι, γιατί πιστεύω πως είναι ένα από τα χρησιμότερα υλικά για τον άνθρωπο. Εσύ τότε θύμωσες και μ’έδιωξες απ’το παλάτι.
Τα’χασε ο γερο-Βασιλιάς και δεν ήξερε τι να πει. Και τότε η θυγατέρα του τον αγκάλιασε και του λέει:
-Πατέρα μου, εγώ εξακολουθώ να σ’αγαπώ σαν το αλάτι.

1 σχόλιο:

Νίκη Σκουτέρη είπε...

Αυτό το παραμύθι μου το είχαν διαβάσει οι γονείς μου όταν ήμουν μικρούλα. Τι μου θύμισες Παρασκευή. Να' σαι καλά!